αυτό που πίνουμε και μεθάμε και τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν "χρυσά" τη στιγμή που είναι τενεκέδες..το κακό είναι ότι εμείς, αντίθετα απ'το Μίδα που κατάλαβε την κατάρα που είχε ο ίδιος ζητήσει για τον εαυτό του, δεν θέλουμε ποτέ να συνέλθουμε απ'αυτό το μεθύσι..απλά φεύγει μόνο του..και μένουμε με τα κάρβουνα που μαζεύαμε για διαμάντια στα χέρια μας, ν'αναρωτιόμαστε τι πήγε στραβά. πότε γίναμε τόσο τυφλοί? ποιο μαύρο σύννεφο μας σκέπασε αφήνοντας μας να νομίζουμε ότι είμαστε λουσμένοι στο φως? ποιος μικρός θεός μέσα μας αποφασίζει να μας δώσει τόσο σκληρά μαθήματα?
αυτό το καβούκι νόμιζα ότι είχε σπάσει..γιατί γυρνάει πάντα να μου υπενθυμίσει ότι ένα κομμάτι της σάρκας μου είναι κολλημένο πια αμετάκλητα πάνω στο σκληρό περίβλημα? το μέσα είναι μαλακό αλλά δε φοβάται ούτε την αλμύρα ούτε το τσούξιμο ούτε το να μην μπορεί ν'αναπνεύσει..το σκοτάδι μέσα είναι γνωστό και φιλικό πια..φόβος δεν υπάρχει..ο πόνος τον εξαφάνισε. η αγάπη για το φως όμως, η λαχτάρα για αισθήσεις άλλες απ'αυτές τις βελούδινα μαύρες, με κάνει να τραβιέμαι προς τα έξω..να σκίζω τη μαλακή σάρκα μου για να ρίξω μια ματιά έξω.
το νερό. η φωτιά. θέλω μια δυνατή ανεξέλεγκτη πυρκαγιά να μην αφήσει ούτε ίχνος. να μην μπορεί κανείς, ούτε καν κι εγώ, να καταλάβει τι υπήρχε πριν, τι κάηκε τόσο υπέροχα κι απόλυτα.. το νερό "διώχνει", μεταφέρει τα "σκουπίδια", τον πόνο, τις άσχημες στιγμές που κολλάνε μέσα μας αλλά δεν τις εξαϋλώνει..
θέλω τη φωτιά να έρθει σαν τιμωρία και λύτρωση μαζί. κάθε άρρωστο παράσιτο που έθρεψα μ'αγάπη και φροντίδα να επιστρέψει στη φυσική του κατάσταση ανυπαρξίας.
από τι τρέφομαι εγώ και με τι τρέφω τους ανεπιθυμήτους φιλοξενούμενους μου? ποιά "μάνα" μας ταϊζει όλους? πόσος χώρος υπάρχει για όλους μας?
σβήνεται η ιστορία μας? μπορούμε να ζούμε χωρίς αυτήν? χωρίς να επηρεάζει τη σκέψη μας, τη ζωή μας, την αντίληψη μας για τους άλλους ανθρώπους? μπορούμε να είμαστε κάθε στιγμή καθαροί κι ελεύθεροι σα νά'ναι η πρώτη μας στιγμή εδώ πάνω?
αυτή τη στιγμή η προσωπική μου ιστορία μ'έχει λούσει ή ακόμα χειρότερα μ'έχει φτύσει!
όλα τα φαντάσματα ξύπνησαν και, surprise surprise, δεν είχαν πεθάνει ποτέ..χα..
βαρέθηκα να κουβαλάω πτώματα..θέλω μια καινούρια, καθαρή Βίκη.
λοιπόν, σήμερα, νιώθω νά'μαι η έρημος
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment